Τί σημαίνει ‘ωρύομαι’

ωρύομαι [oríome] (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λόγ.) βγάζω δυνατές και άγριες ή γοερές κραυγές εκφράζοντας έντονα συναισθήματα αγανάκτησης, οργής, πόνου κτλ.· (πρβ. ουρλιάζω): Θύμωσε στα καλά καθούμενα και άρχισε να ωρύεται.

[λόγ. < αρχ. ὠρύομαι]

Δεν υπάρχουν σχόλια: